Η πλάνη της «φυσικότητας» στον προγραμματισμό

Ο Dijkstra, με την οξυδέρκεια που τον χαρακτήριζε, αποδομεί την ιδέα ότι ο προγραμματισμός σε φυσική γλώσσα θα αποτελούσε πρόοδο. Η κεντρική του θέση είναι ότι η ανάγκη για ακρίβεια στον προγραμματισμό δεν είναι ελάττωμα του συστήματος, αλλά θεμελιώδης απαίτηση για την αποφυγή σφαλμάτων. Η φυσική γλώσσα, λόγω της εγγενούς ασάφειάς της, επιτρέπει τη διατύπωση προτάσεων που φαίνονται λογικές αλλά στερούνται νοήματος, καθιστώντας την ακατάλληλη για τον αυστηρό έλεγχο ενός υπολογιστικού συστήματος.

Η ιστορική αναγκαιότητα της τυπικής συμβολολογίας

Ανατρέχοντας στην ιστορία των μαθηματικών, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η επιστημονική πρόοδος συνδέθηκε άρρηκτα με την ανάπτυξη συμβολικών γλωσσών (από τον Descartes έως τον Boole). Η ρητορική προσέγγιση, που κυριαρχούσε κατά τον Μεσαίωνα, οδήγησε σε στασιμότητα. Κατά τον Dijkstra, η τυπική συμβολολογία είναι ένα «εργαλείο σκέψης» που επιτρέπει στον άνθρωπο να υπερβεί τους περιορισμούς της διαίσθησής του, μετατρέποντας σύνθετες διαδικασίες σε χειραγωγήσιμα σύμβολα.

Το κόστος των «στενών διεπαφών» (narrow interfaces)

Ο Dijkstra προειδοποιεί ότι η προσπάθεια να γίνει η διεπαφή (interface) πιο «φιλική» μέσω της φυσικής γλώσσας θα οδηγούσε σε μια τεράστια αύξηση της πολυπλοκότητας του συστήματος. Αντί να απλοποιηθεί η ζωή του προγραμματιστή, θα δημιουργούνταν ένα νέο, δυσνόητο επίπεδο αφαίρεσης που θα απαιτούσε χιλιάδες χρόνια για να αποκτήσει τη δομή και την αξιοπιστία που προσφέρουν οι τρέχουσες τυπικές γλώσσες προγραμματισμού.

Η κρίση της «νέας αναλφαβησίας»

Σε μια προφητική παρατήρηση, ο συγγραφέας συνδέει την υποβάθμιση της ικανότητας χρήσης της φυσικής γλώσσας με την έλλειψη πνευματικής πειθαρχίας. Η τάση να αποφεύγονται τα τυπικά σύμβολα για χάρη μιας υποτιθέμενης «σαφήνειας» οδηγεί σε κείμενα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η επιστροφή στη φυσική γλώσσα για τον προγραμματισμό θα ήταν ένα τεχνικό και διανοητικό αδιέξοδο.