Η αρχιτεκτονική της επίθεσης μέσω ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών

Η έρευνα του Mordechai Guri αποδεικνύει ότι ο φυσικός διαχωρισμός (air-gap) δεν αποτελεί απόλυτη εγγύηση ασφάλειας. Το κακόβουλο λογισμικό που εγκαθίσταται στο σύστημα-στόχο χειραγωγεί τις λειτουργίες ανάγνωσης και εγγραφής στη μνήμη RAM, προκαλώντας διακυμάνσεις στο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο του διαύλου μνήμης (memory bus). Αυτές οι διακυμάνσεις μετατρέπονται σε ραδιοσήματα, τα οποία μπορούν να αποκωδικοποιηθούν από έναν επιτιθέμενο που διαθέτει εξοπλισμό SDR.

Τεχνικές προκλήσεις και απόδοση

Η μέθοδος εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι οι δίαυλοι μνήμης λειτουργούν σε υψηλές συχνότητες, οι οποίες, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Με την κατάλληλη διαμόρφωση (modulation) του σήματος, το κακόβουλο λογισμικό κωδικοποιεί δυαδικά δεδομένα, επιτρέποντας την αποστολή τους εκτός του απομονωμένου συστήματος. Η ταχύτητα των 1000 bits ανά δευτερόλεπτο είναι εντυπωσιακή για μια τέτοια side-channel επίθεση, επιτρέποντας την κλοπή σημαντικού όγκου πληροφοριών σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αντιμετώπιση και θωράκιση συστημάτων

Η μελέτη προτείνει μια σειρά από μέτρα μετριασμού (mitigation) για την αντιμετώπιση αυτής της απειλής. Αυτά περιλαμβάνουν τη χρήση θωράκισης Faraday για τον περιορισμό των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών, την παρακολούθηση της δραστηριότητας της μνήμης για τον εντοπισμό ύποπτων μοτίβων πρόσβασης, καθώς και τον περιορισμό της πρόσβασης σε hardware που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκπομπή σημάτων. Η διαλειτουργικότητα (interoperability) μεταξύ των μέτρων ασφαλείας και του hardware παραμένει το κρίσιμο σημείο για την αποτελεσματική θωράκιση των κρίσιμων υποδομών.