Η αρχιτεκτονική της στρατηγικής παραπλάνησης
Τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης στη Μασαχουσέτη προσφέρουν μια σπάνια ματιά στον τρόπο με τον οποίο ένας κολοσσός του κλάδου της ενέργειας διαχειρίστηκε την κλιματική κρίση. Από το 1988, η ExxonMobil εφάρμοσε ένα μοντέλο «διαχείρισης κινδύνου» που δεν στόχευε στην επίλυση του προβλήματος, αλλά στη διατήρηση του επιχειρηματικού της μοντέλου μέσω της συστηματικής αμφισβήτησης της επιστημονικής βάσης.
Τεχνολογικές υποσχέσεις vs. Εσωτερική πραγματικότητα
Η ανάλυση των εγγράφων αποκαλύπτει μια έντονη διαφωνία μεταξύ των τμημάτων R&D και του τμήματος δημοσίων σχέσεων. Ενώ η εταιρεία προωθούσε επικοινωνιακά προγράμματα για βιοκαύσιμα από άλγη και τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα (carbon capture and storage), οι ίδιοι οι ερευνητές της χαρακτήριζαν αυτούς τους στόχους ως «εντελώς αδύνατους» και «μη κλιμακώσιμους». Η χρήση αυτών των τεχνολογιών λειτουργούσε περισσότερο ως εργαλείο marketing παρά ως ουσιαστική λύση για τη μείωση των εκπομπών.
Η εργαλειοποίηση της επιστήμης
Η ExxonMobil δεν περιορίστηκε στην επικοινωνιακή διαχείριση. Σύμφωνα με τα αρχεία, η εταιρεία χρηματοδότησε εξωτερικούς φορείς και think tanks με σκοπό να «οπλίσουν» (weaponize) την αμφισβήτηση της κλιματικής επιστήμης. Η στρατηγική αυτή περιλάμβανε τη στόχευση της κοινής γνώμης και των συνδικάτων, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα κλίμα αβεβαιότητας που θα εμπόδιζε τη λήψη νομοθετικών μέτρων κατά των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.